Ο
πλήρης Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας χωρισμένος σε 28 σελίδες.
(
1η σελίδα, άρθρα 1-2 )
ΝΟΜΟΣ
ΥΠ' ΑΡΙΘ. 2696
Ο
ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδουμε
τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή :
'Aρθρο
πρώτο
Κυρώνεται
ο Νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας, όπως αναθεωρήθηκε από
την Επιτροπή Αναθεωρήσεως του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας,
που συστάθηκε με την 75351/804/14.8.96 απόφαση του Υπουργού
Μεταφορών και Επικοινωνιών ( ΦΕΚ 715 Β' ), όπως τροποποιήθηκε
με τις 83719/1035/4.11.96 ( ΦΕΚ 1025 Β' ) και 88221/1216/20.12.96
( ΦΕΚ 1190 Β' ) όμοιες αποφάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 8
παρ. 9 του ν. 2366/1995 ( ΦΕΚ 256 Α' ) και ο οποίος έχει
ως ακολούθως :
ΚΩΔΙΚΑΣ
ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
ΜΕΡΟΣ
ΠΡΩΤΟ
ΟΔΙΚΗ
ΣΗΜΑΝΣΗ ΚΑΙ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ - ΚΑΝΟΝΕΣ ΟΔΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Α
ΓΕΝΙΚΑ
- ΟΡΙΣΜΟΙ
'Aρθρο
1
Πεδίο
εφαρμογής του Κώδικα.
Ο
Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας εφαρμόζεται σε οδούς και σε χώρους
που χρησιμοποιούνται για δημόσια κυκλοφορία οχημάτων, πεζών
και ζώων.
'Aρθρο
2
Ορισμοί.
1.
Για την εφαρμογή του παρόντος Κώδικα νοούνται ως:
Αντανακλαστικό
στοιχείο: Aντικείμενο που χρησιμοποιείται για να δείχνει
την παρουσία οχήματος με αντανάκλαση φωτός που δεν προέρχεται
από αυτό το όχημα.
Απόβαρο
κενού οχήματος : Το βάρος οχήματος χωρίς πλήρωμα, επιβάτες
ή φορτίο αλλά με την αποθήκη του γεμάτη καύσιμα, μέχρι το
90% της χωρητικότητας, με ψυκτικό μέσο, λιπαντικά, τα συνήθως
φερόμενα εργαλεία και τον εφεδρικό τροχό.
Απόβαρο
οχήματος σε ετοιμότητα λειτουργίας: το απόβαρο του κενού
οχήματος μαζί με το βάρος του πληρώματος.
Αυτοκίνητο
ή αυτοκίνητο όχημα: Το μηχανοκίνητο όχημα, το οποίο χρησιμοποιείται
κυρίως για την μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων ή για την ρυμούλκηση
στις οδούς οχημάτων που χρησιμοποιούνται για την μεταφορά
προσώπων ή πραγμάτων. Ο όρος αυτός δε περιλαμβάνει τα οχήματα,
όπως οι γεωργικοί ελκυστήρες, τα χρησιμοποιούμενα παρεμπιπτόντως
μόνο για την οδική μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων ή για ρυμούλκηση
επί οδών οχημάτων που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά προσώπων
ή πραγμάτων.
Αυτοκίνητο
δημόσιας χρήσης: Το αυτοκίνητο όχημα με το οποίο εκτελούνται
μεταφορές προσώπων ή πραγμάτων ή μικτές με ολική ή μερική
μίσθωση ή με κόμιστρο ανά επιβάτη.
Αυτοκίνητο
επιβατηγό: Το προοριζόμενο για τη μεταφορά κυρίως προσώπων
αυτοκίνητο όχημα, 9 κατ' ανώτατο όριο θέσεων μετά της/ του
οδηγού.
Αυτοκίνητο
ιδιωτικής χρήσης: Το αυτοκίνητο όχημα με το οποίο εκτελούνται
μεταφορές προσώπων χωρίς κόμιστρο και πραγμάτων που ανήκουν
στον ιδιοκτήτη και κάτοχο αυτού.
Αυτοκίνητο
λεωφορείο: Το αυτοκίνητο όχημα που προορίζεται κυρίως για
την μεταφορά προσώπων 10 και άνω θέσεων, συμπεριλαμβανομένης
και της/ του οδηγού.
Αυτοκίνητο
φορτηγό: Το αυτοκίνητο όχημα που προορίζεται κυρίως για
την μεταφορά πραγμάτων.
Αυτοκινητοδρόμιο
: Ειδικό γήπεδο ή χώρος κατάλληλα διαμορφωμένος που προορίζεται
για αγώνες ταχύτητας, δεξιοτεχνίας, επίδειξης ή αντοχής
αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών, ασκήσεις οδήγησης και ψυχαγωγίας,
καθώς επίσης και ως χώρος δοκιμών μηχανοκίνητων οχημάτων
με σκοπό τον έλεγχο της καλής λειτουργίας τους.
Αυτοκινητόδρομος:
Οδός ειδικής μελέτης και κατασκευής για την κυκλοφορία αυτοκινήτων
οχημάτων και μοτοσικλετών, η οποία δεν εξυπηρετεί τις συνορεύουσες
με αυτήν ιδιοκτησίες και η οποία:
α)
διαθέτει, εκτός ειδικών σημείων ή προσωρινά, χωριστά οδοστρώματα,
για τις δύο κατευθύνσεις της κυκλοφορίας, που διακρίνονται
μεταξύ τους είτε με διαχωριστικές νησίδες που δεν προορίζονται
για την κυκλοφορία είτε κατ' εξαίρεση, με άλλα μέσα,
β)
δεν διασταυρώνονται ισόπεδα με άλλη οδό, μονοπάτι, σιδηροδρομική
ή τροχιοδρομική γραμμή και
γ)
έχει χαρακτηριστεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος,
Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και έχει ειδική σήμανση με
πινακίδες ως αυτοκινητόδρομος.
Δεξιά
κατεύθυνση κυκλοφορίας: Η επί της οδού διπλής κατεύθυνσης
κυκλοφορίας κίνηση, κατά τρόπον ώστε στην αριστερή πλευρά
του οδηγού να κινούνται οι αντίθετα ερχόμενοι.
Δημόσια
κυκλοφορία: Η αόριστη και απροσδιόριστη εκ των προτέρων
κυκλοφορία σε δημόσιες ή ιδιωτικές οδούς ή χώρους πεζών,
οχημάτων ή ζώων.
Διάβαση
πεζών: Το τμήμα του οδοστρώματος που ορίζεται με ειδική
σήμανση για την διέλευση των πεζών.
Διακοπή
πορείας: Η σύντομη ακινησία του οχήματος για την αποφυγή
εμπλοκής με άλλο όχημα, πεζό ή ζώο που χρησιμοποιεί την
οδό ή σύγκρουσης με εμπόδιο ή για συμμόρφωση με τους κανονισμούς
της κυκλοφορίας.
Διαχωριστική
νησίδα: Το υπερυψωμένο ή με άλλους τρόπους οριζόμενο τμήμα
οδού, το οποίο χωρίζει λωρίδες κυκλοφορίας οχημάτων ή οδοστρώματα
της αυτής ή αντίθετης κατεύθυνσης και επί του οποίου απαγορεύεται
η κυκλοφορία, με εξαίρεση την διέλευση πεζών, όπου αυτή
επιτρέπεται.
Ελαφρό
ρυμουλκούμενο: Το ρυμουλκούμενο επιτρεπομένου μεγίστου βάρους
μέχρι και 750 χιλιόγραμμων.
Έρεισμα:
Η πέραν του οδοστρώματος ακραία λωρίδα της οδού.
Ζώα:
Τα κατοικίδια και σταυλοδίαιτα ζώα.
Ηλεκτροκίνητο
λεωφορείο (τρόλλεϋ): Το με ηλεκτροκινητήρα, αλλά όχι επί
σιδηροτροχιών, κινούμενο αυτοκίνητο λεωφορείο που τροφοδοτείται
από ηλεκτροφόρα γραμμή.
Ημιρυμουλκούμενο: (επικαθήμενο). Το ρυμουλκούμενο το κατασκευασμένο
για σύνδεση με ρυμουλκό όχημα κατά τρόπον ώστε τμήμα αυτού
να στηρίζεται επί του ρυμουλκού, επί του οποίου επιπίπτει
μεγάλο μέρος του βάρους και του φορτίου του.
Iσόπεδος
οδικός κόμβος: Κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση
οδών, περιλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται
από αυτές.
Ισόπεδη
σιδηροδρομική ή τροχιοδρομική διάβαση: Κάθε ισόπεδη διασταύρωση,
μεταξύ οδού, και σιδηροδρομικής ή τροχιοδρομικής γραμμής,
η οποία έχει ίδια διαμόρφωση.
Κατοικημένη
περιοχή: Η περιοχή που έχει σημανθεί με πινακίδες ως κατοικημένη
στις εισόδους και εξόδους της.
Λεωφορειόδρομος
: Οδός ή τμήμα οδού αποκλειστικής κυκλοφορίας λεωφορείων.
Λωρίδα
κυκλοφορίας: Μία των κατά μήκος ζωνών στις οποίες χωρίζεται
το οδόστρωμα με ή χωρίς διαγραμμίσεις ή άλλα κατάλληλα διαχωριστικά
μέσα, πλάτους επαρκούς για την κυκλοφορία μιας σειράς (στοίχου)
αυτοκινήτων οχημάτων.
Μέγιστο
επιτρεπόμενο βάρος: Το μέγιστο βάρος φορτωμένου οχήματος,
το οποίο αναγράφεται ως επιτρεπόμενο στην άδεια κυκλοφορίας
του.
Μηχάνημα
αγροτικό: Το μηχανοκίνητο όχημα που προορίζεται κυρίως για
την εκτέλεση γεωργικών εργασιών ή για την ρυμούλκηση μηχανημάτων
που χρησιμοποιούνται για τον σκοπό ή άλλως ρυμουλκούμενων
που προορίζονται για γεωργικές μεταφορές. Ο όρος αυτός περιλαμβάνει:
α)
τους γεωργικούς ελκυστήρες κάθε μορφής
β)
τις αυτοπροωθούμενες μηχανές εκτέλεσης γεωργικών εργασιών
Μηχάνημα
έργων: Το μηχανοκίνητο όχημα, που προορίζεται για την κατασκευή
και συντήρηση οδικών ή άλλων τεχνικών έργων. Ο όρος αυτός
περιλαμβάνει και τα οχήματα που προορίζονται για την αποκατάσταση
της κυκλοφορίας, τον καθαρισμό και την σήμανση των οδών.
Δεν υπάγονται στην κατηγορία των μηχανημάτων έργων, θεωρούμενα
ως αυτοκίνητα οχήματα, εφόσον αυτά εκτελούν και μεταφορικό
έργο επί των οδών της Χώρας.
Μικτό
βάρος: Το εκάστοτε πραγματικό βάρος του οχήματος μετά του
φορτίου, του πληρώματος και των επιβατών.
Μοτοποδήλατο:
Το δίτροχο ή τρίτροχο όχημα, του οποίου η μέγιστη εκ κατασκευής
ταχύτητα δεν υπερβαίνει τα 45 χιλιόμετρα την ώρα και εάν
είναι εφοδιασμένο με κινητήρα εσωτερικής καύσης, ο κυλινδρισμός
του δεν υπερβαίνει τα 50 κυβικά εκατοστά. Επίσης ως μοτοποδήλατο
λογίζεται και το ελαφρό τετράτροχο όχημα του οποίου το απόβαρο
κενού οχήματος, μη συμπεριλαμβανομένου του βάρους του καυσίμου
ή του μίγματος καυσίμου-ελαίου ή των συσσωρευτών των ηλεκτρικών
οχημάτων, είναι μικρότερο των 350 χιλιογράμμων, η μέγιστη
εκ κατασκευής ταχύτητα δεν υπερβαίνει τα 45 χιλιόμετρα την
ώρα και ο κυλινδρισμός του κινητήρα του δεν υπερβαίνει τα
50 κυβικά εκατοστά, προκειμένου για κινητήρα με επιβαλλόμενη
ανάφλεξη ή μέγιστη καθαρή ισχύς τα 4 KW, προκειμένου για
κινητήρες άλλου τύπου.
Μοτοσικλέτα:
Το δίτροχο μηχανοκίνητο όχημα με ή χωρίς κάνιστρο, του οποίου
είτε η μέγιστη εκ κατασκευής ταχύτητα είναι μεγαλύτερη των
45 χλμ/ώρα είτε εάν είναι εξοπλισμένο με κινητήρα εσωτερικής
καύσης, ο κυλινδρισμός του κινητήρα είναι μεγαλύτερος των
50 κυβικών εκατοστών.
Νησίδα
ασφαλείας: Το υπερυψωμένο τμήμα του οδοστρώματος που προορίζεται
είτε για καταφύγιο των πεζών είτε για την αποβίβαση -επιβίβαση
αυτών σε συγκοινωνιακά μέσα.
Νύκτα:
Η χρονική περίοδος η οποία αρχίζει μισή ώρα μετά τη δύση
του ηλίου και λήγει μισή ώρα πριν από την ανατολή αυτού.
Οι διατάξεις του Κώδικα οι οποίες επιβάλλουν ειδικές υποχρεώσεις
κατά την νύκτα εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις
κατά τις οποίες η ορατότητα είναι ανεπαρκής, λόγω καιρικών
συνθηκών (ομίχλης, χιονόπτωσης, ραγδαίας βροχής κ.λ.π. ή
μέσα σε σήραγγες).
Οδηγός:
Πρόσωπο το οποίο οδηγεί κάθε είδους όχημα ή ζώα μεμονωμένα
ή σε αγέλες και ποίμνια ή ζώα όταν χρησιμοποιούνται για
έλξη, μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων, ή ίππευση.
Οδός:
Ολόκληρη η επιφάνεια που προορίζεται για τη δημόσια κυκλοφορία.
Οδός
εξυπηρέτησης παροδίων: Οδός η οποία χρησιμοποιείται αποκλειστικά
για την εξυπηρέτηση των παροδίων.
Οδός
προτεραιότητας : Οδός ειδικά χαρακτηρισμένη και σημασμένη
όπου η κυκλοφορία των οδικών οχημάτων σε αυτήν, έχει προτεραιότητα
έναντι των εισερχόμενων σε αυτήν από άλλες οδούς.
Οδός
ταχείας κυκλοφορίας: Οδός ειδικής μελέτης και κατασκευής
για την ταχεία κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, η οποία
δεν εξυπηρετεί τις συνορεύουσες με αυτήν ιδιοκτησίες παρά
μόνο με παράπλευρες βοηθητικές οδούς και κόμβους και η οποία:
α)
συνδέεται μόνο με ειδικής διάταξης ισόπεδους ή ανισόπεδους
κόμβους με το υπόλοιπο κύριο οδικό δίκτυο,
β)
δεν διασταυρώνεται ισόπεδα με τις υπόλοιπες οδούς ατραπούς,
σιδηροδρομικές ή τροχιοδρομικές γραμμές και
γ)
έχει χαρακτηριστεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος,
Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και έχει ειδική σήμανση με
πινακίδες ως οδός ταχείας κυκλοφορίας.
Οδόστρωμα:
Το τμήμα της οδού που προορίζεται για την κυκλοφορία των
οχημάτων.
Οριογραμμή
οδοστρώματος: Η γραμμή η οποία ορίζει το τέλος του οδοστρώματος.
Επί οδοστρωμάτων στα οποία υπάρχουν μία ή περισσότερες ακραίες
λωρίδες κυκλοφορίας ή ζώνες για την χρήση ορισμένων κατηγοριών
οχημάτων, πεζών ή ζώων, οριογραμμή οδοστρώματος είναι, για
του λοιπούς που χρησιμοποιούν την οδό, το τέλος του οδοστρώματος
που απομένει.
Όχημα
αρθρωτό: Ο συνδυασμός οχημάτων που περιλαμβάνει ένα ρυμουλκό
όχημα και ένα ή περισσότερα ημιρυμουλκούμενα συνδεδεμένα
μετ' αυτού.
Όχημα
ζωήλατο: Το όχημα με τροχούς που σύρεται από ζώα.
Όχημα
Κάρτ : το μικρό τετράτροχο όχημα, με ή χωρίς αμάξωμα, με
τέσσερις μη ευθυγραμμισμένους τροχούς που ακουμπούν συνέχεια
στο έδαφος, οι δύο από τους οποίους εξασφαλίζουν την οδήγηση
και οι άλλοι δύο την πρόωση (κίνηση). Τα κύρια μέρη του
είναι : το πλαίσιο ή σασί, το αμάξωμα, τα ελαστικά και ο
κινητήρας.
Όχημα
οδικό: Το μεταφορικό ή και για άλλες χρήσεις μέσο που κινείται
στις οδούς και οδηγείται από πρόσωπο, με εξαίρεση των χωρίς
κινητήρα μηχανή χρησιμοποιουμένων για την μεταφορά βρεφών
και ατόμων με μειωμένη κινητικότητα. Δεν θεωρούνται ως οδικά
οχήματα αυτά που κινούνται επί σιδηροτροχιών, για τα οποία
όμως εφαρμόζονται κανόνες κυκλοφορίας του παρόντος Κώδικα.
Όχημα
μηχανοκίνητο: Το αυτοπροωθούμενο οδικό όχημα, πλην των μοτοποδηλάτων.
Όχημα
χειροκίνητο: Το όχημα που ωθείται ή σύρεται με τα χέρια.
Παραχώρηση
προτεραιότητας: Η υποχρέωση του οδηγού οχήματος να μην συνεχίσει
ή επαναλάβει την κίνηση ή τους ελιγμούς, εάν με αυτόν τον
τρόπον θα ανάγκαζε τους οδηγούς άλλων οχημάτων, να μεταβάλλουν
απότομα την κατεύθυνση ή την ταχύτητα των οχημάτων τους.
Πεζοδρόμιο:
Το υπερυψωμένο ή άλλως διαχωριζόμενο τμήμα της οδού που
προορίζεται για πεζούς.
Πεζόδρομος:
Οδός η οποία χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τους πεζούς
και για είσοδο-έξοδο οχημάτων προς και από ιδιωτικούς χώρους
στάθμευσης παροδίων ιδιοκτησιών ως και για οχήματα εφοδιασμού
ή έκτακτης ανάγκης.
Περιοχή
ήπιας κυκλοφορίας : Περιοχή κατοικίας, που έχει χαρακτηρισθεί
και σημανθεί ως περιοχή ήπιας κυκλοφορίας.
Ποδήλατο:
Το όχημα δύο τουλάχιστον τροχών που προωθείται μόνο με τη
μυϊκή ενέργεια αυτών που επιβαίνουν ιδίως δε με ποδοστροφάλους
ή χειροστροφάλους.
Ποδηλατόδρομος:
Δρόμος ή λωρίδα αποκλειστικής κυκλοφορίας ποδηλάτων.
Ρυμουλκό:
Το μηχανοκίνητο όχημα που χρησιμοποιείται μόνο για την έλξη
άλλων οχημάτων.
Ρυμουλκούμενο:
Το όχημα που στερείται ιδίας κινητήριας δύναμης και είναι
κατασκευασμένο κατά τρόπο ώστε να έλκεται από άλλο μηχανοκίνητο
όχημα. Στην κατηγορία των οχημάτων αυτών περιλαμβάνεται
και ημιρυμουλκούμενα.
Στάθμευση:
Η ακινησία του οχήματος για οποιονδήποτε λόγο, πλην ανάγκη
αποφυγής εμπλοκής του με άλλο όχημα που χρησιμοποιεί την
οδό ή σύγκρουσης με εμπόδιο ή για την συμμόρφωσή του με
τους κανονισμούς κυκλοφορίας, εφόσον η χρονική περίοδος
ακινητοποίησης του οχήματος δεν περιορίζεται στον απαιτούμενο
χρόνο για την επιβίβαση ή αποβίβαση επιβατών ή φόρτωση ή
εκφόρτωση πραγμάτων.
Στάση:
Η ακινησία του οχήματος επί χρόνο απαιτούμενο για την επιβίβαση
ή αποβίβαση επιβατών ή φόρτωση ή εκφόρτωση πραγμάτων.
Συνδυασμός
οχημάτων (συρμός): Τα οχήματα που είναι συνδεδεμένα και
κινούνται ως μία μονάδα.
Τρίτροχο
όχημα : Το μηχανοκίνητο όχημα με τρεις συμμετρικούς τροχούς,
του οποίου είτε η μέγιστη εκ κατασκευής ταχύτητα είναι μεγαλύτερη
των 45 χλμ/ώρα είτε εάν είναι εξοπλισμένο με κινητήρα εσωτερικής
καύσης, ο κυλινδρισμός του κινητήρα είναι μεγαλύτερος των
50 κυβικών εκατοστών. Επίσης ως τρίτροχο όχημα λογίζεται
και το τετράτροχο όχημα, εκτός των ελαφρών τετράτροχων οχημάτων
της κατηγορίας των μοτοποδηλάτων, του οποίου το απόβαρο
κενού οχήματος, μη συμπεριλαμβανομένου του βάρους του καυσίμου
ή του μίγματος καυσίμου-ελαίου ή των συσσωρευτών των ηλεκτρικών
οχημάτων, δεν υπερβαίνει τα 400 χλγ. όταν το όχημα προορίζεται
για επιβατικές μεταφορές ή τα 550 χλγ. όταν προορίζεται
για μεταφορές εμπορευμάτων και του οποίου η μέγιστη καθαρή
ισχύς δεν υπερβαίνει τα 15 KW.
Τροχιόδρομος:
Όχημα που κινείται επί σιδηροτροχιών κατά μήκος των οδών
με ηλεκτροκινητήρα, που τροφοδοτείται από ηλεκτροφόρο γραμμή
και προορίζεται για την μεταφορά προσώπων ή και πραγμάτων.
Φώτα
δείκτη κατεύθυνσης (φλας): Τα φώτα της κατεύθυνσης που χρησιμοποιούνται
για να προειδοποιούν τους λοιπούς χρήστες της οδούς ότι
ο οδηγός πρόκειται να αλλάξει κατεύθυνση προς τα δεξιά ή
προς τα αριστερά.
Φώτα
διασταύρωσης (μεσαία): Tα φώτα του οχήματος που χρησιμοποιούνται
για τον φωτισμό της οδού μπροστά από το όχημα και τα οποία
δεν προκαλούν θάμβωση ή δυσχέρεια στους οδηγούς που έρχονται
αντίθετα και στους λοιπούς χρήστες της οδού.
Φώτα
έκτακτης ανάγκης (σύστημα φωτεινού συναγερμού): Τα φώτα
του οχήματος που αναβοσβήνουν και χρησιμοποιούνται όταν
το όχημα έχει ακινητοποιηθεί και δημιουργείται κίνδυνος
για τους τρίτους από ακινησία του οχήματος.
Φώτα
θέσης μπροστά (μικρά): Τα φώτα του οχήματος που χρησιμοποιούνται
για να διακρίνεται αυτό και το πλάτος του από μπροστά.
Φώτα
θέσης πίσω (μικρά): Τα φώτα του οχήματος που χρησιμοποιούνται
για να διακρίνεται αυτό και το πλάτος του από πίσω.
Φώτα
στάθμευσης : Τα φώτα που χρησιμοποιούνται για να δεικνύουν
την παρουσία σταθμευμένου οχήματος. Αυτά μπορούν να αντικαθιστούν
τα εμπρόσθια και τα οπίσθια φώτα θέσης.
Φώτα
ομίχλης: Τα φώτα του οχήματος που χρησιμοποιούνται για την
βελτίωση του φωτισμού της οδού σε περιπτώσεις ομίχλης, χιονόπτωσης,
ραγδαίων βροχών, νεφών, καπνού ή κονιορτού.
Φώτα
οπισθοπορείας: Τα φώτα του οχήματος που χρησιμοποιούνται
για το φωτισμό της οδού πίσω από το όχημα και τα οποία προειδοποιούν
ότι το όχημα θα κινηθεί ή κινείται προς τα πίσω.
Φώτα
πέδησης (φρένων): Τα φώτα του οχήματος που χρησιμοποιούνται
για να ειδοποιούν αυτούς που κινούνται πίσω από το όχημα
ότι ο οδηγός τροχοπεδεί (φρενάρει).
Φώτα
πορείας (μεγάλα): Τα φώτα του οχήματος που χρησιμοποιούνται
για φωτισμό της οδού σε μεγάλη απόσταση μπροστά του.
Φώτα
όγκου : Τα φώτα που τοποθετούνται σε ορισμένα οχήματα με
κινητήρα και ορισμένα ρυμουλκούμενα κοντά στο ακρότατο σημείο
του πλάτους και όσο πιο κοντά στο υψηλότερο σημείο του οχήματος
και που χρησιμοποιούνται για να διακρίνεται με ευκρίνεια
ο όγκος αυτού.
Φώτα
πλευρικά : Τα φώτα που τοποθετούνται επί των πλευρών του
οχήματος για να δεικνύουν την παρουσία του από το πλάι.
Φώτα
ειδικά : Τα φώτα που χρησιμοποιούνται για επισήμανση είτε
οχήματος που έχει προτεραιότητα είτε οχήματος ή ομάδας οχημάτων,
η παρουσία των οποίων επί της οδού επιβάλλει στους λοιπούς
χρήστες των οδών να λαμβάνουν ιδιαίτερες προφυλάξεις και
ειδικότερα για επισήμανση φαλαγγών οχημάτων, υπερμεγεθών
οχημάτων, καθώς και οχημάτων εξοπλισμού κατασκευών ή συντήρησης
οδών.
Φωτιστική
διάταξη οπίσθιας πινακίδας κυκλοφορίας : Η διάταξη που επιτρέπει
να εξασφαλίζεται ο φωτισμός του χώρου που προορίζεται για
την οπίσθια πινακίδα κυκλοφορίας και που μπορεί να αποτελείται
από διάφορα οπτικά στοιχεία.
Φώτα
ημέρας : Τα φώτα που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της
ημέρας για να καθιστούν ένα όχημα περισσότερο ορατό από
μπροστά, όταν το όχημα είναι εν κινήσει.
Φωτιστική
επιφάνεια: Προκειμένου για φώτα, η ορατή επιφάνεια από την
οποία προέρχεται το φως, προκειμένου δε για αντανακλαστικά
στοιχεία, η ορατή επιφάνεια εκ της οποίας αντανακλάται το
φως.
2.
Θεωρούνται ως πεζοί τα πρόσωπα τα οποία σπρώχνουν ή σύρουν
βρεφικά οχήματα, καθίσματα ασθενών ή ατόμων με μειωμένη
κινητικότητα ή οποιοδήποτε μικρό όχημα χωρίς κινητήρα, ποδήλατο
ως και τα πρόσωπα που κινούνται σε αναπηρικά καθίσματα με
ταχύτητα πεζού.